Αλφα

Βήτα

Γάμμα

Δέλτα

Έψιλον

Ζήτα

Ήτα

Θήτα

Ιώτα

Κάππα

Λάμδα

Μι

Νι

Ξι

Όμικρον

Πι

Ρω

Σίγμα

Ταύ

Ύψιλον

Φι

Χι

Ψι

Ωμέγα






Εγκυκλοπαίδεια





 


Ήτα


 


Ηγεμών: χορού βλ. λ. έξαρχος και κορυφαίος. Ηγεμών, με την έννοια του πρώτου σε αξία (σε σημασία), της κύριας νότας, ονομαζόταν η μέση. Πρβ. Αριστοτ. Προβλ. XIX, 33 (στο λ. αρχή)· επίσης, Πλούτ. Περί μουσ. 1135Α, 11. Για τον μετρικό πόδα ηγεμών (πυρρίχη), βλ. τα λ. πυρρίχη και πους.

Ηδύκωμος: (α) είδος χορού που αναφέρεται από τον Πολυδεύκη στο κεφ. Περί ειδών ορχήσεως (IV, 100), χωρίς καμιά επεξήγηση για το χαρακτήρα του. (β) ο ηδύκωμος αναφέρεται από τον Τρύφωνα στο δεύτερο βιβλίο του των Ονομασιών (Αθήν. ΙΔ', 618C, 9) μαζί με άλλα ονόματα αυλήσεων· οι αυλήσεις αυτές, κατά τον Τρύφωνα, εκτελούνταν με χορό. Βλ. λ. αύλησις.

Ήθος: στη μουσική η λέξη σήμαινε τον ηθικό χαρακτήρα που τείνει να εμπνεύσει στην ψυχή η μουσική. Οι νότες, οι αρμονίες, τα γένη, το μέλος γενικά και οι ρυθμοί είχαν, κατά την άποψη πολλών αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ηθικό σκοπό και δύναμη. Γι' αυτόν το λόγο αποδίδανε στη μουσική σημαντικότατο εκπαιδευτικό ρόλο. Ο Πλούταρχος (Περί μουσ. 1140B-C, 26) γράφει: "Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι δικαιολογημένα οι παλαιοί Έλληνες έδιδαν τη μεγαλύτερη προσοχή τους στη μουσική εκπαίδευση. Γιατί πίστευαν ότι έπρεπε να πλάθουν και να ρυθμίζουν τις ψυχές των νέων σε ευπρεπή ηθική με τη μουσική ("...δια μουσικής πλάττειν τε και ρυθμίζειν επί το εύσχημον")· γιατί η μουσική είναι χρήσιμη (ευεργετική) σε κάθε χρόνο και για κάθε ηθική πράξη ("προς πάντα και πάσαν εσπουδασμένην πράξιν")". Ο Πλάτων, για να αναφέρουμε μια από τις αναρίθμητες φιλοσοφικές εκφράσεις του πάνω σε αυτό το θέμα, λέει στον Πρωταγόρα (326Α-Β) ότι οι δάσκαλοι της κιθάρας "...κατορθώνουν να κάμουν τους ρυθμούς και τις αρμονίες οικείες στις ψυχές των παιδιών, ώστε να γίνουν ημερότεροι άνθρωποι και, επειδή γίνονται πιο εύρυθμοι και πιο προσαρμοστικοί, να είναι χρήσιμοι και στο λόγο και στην πράξη. Γιατί όλη η ζωή του ανθρώπου χρειάζεται ευρυθμία και προσαρμοστικότητα" (μτφρ. Β. Ν. Τατάκη, σ. 61). Κατά άλλη μετάφραση: "γιατί όλη η ζωή του ανθρώπου έχει ανάγκη από τις χάρες του ρυθμού και της αρμονίας". Βλ. τα λ. ευάρμοστος, -ία. Και στην Πολιτεία (Γ', μιλά ο Σωκράτης): "Δεν είναι γι' αυτόν το λόγο, αγαπητέ Γλαύκων, που η μουσική εκπαίδευση είναι σημαντικότατη, γιατί ο ρυθμός και η αρμονία εισδύουν βαθιά στα μύχια της ψυχής και ασκούν σ' αυτήν ισχυρότατη επίδραση, φέρνοντας μαζί τους και προσφέροντας ομορφιά, αν κανείς εκπαιδευτεί σωστά, ή το αντίθετο;". Και ο Αριστείδης (Περί μουσ. 65 Mb) προσθέτει: "ούκ έστι πράξις εν ανθρώποις, ήτις άνευ μουσικής τελείται" (δεν υπάρχει ανθρώπινη πράξη, που να γίνεται χωρίς μουσική). Ι. ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΦΘΟΓΓΩΝ ΚΑΙ TOΥ ΥΨΟΥΣ Ο Αριστείδης (ό.π. σ. 13), μιλώντας για τις διαφορές ανάμεσα στους μουσικούς ήχους (βλ. λ. φθόγγος), ορίζει το ήθος ως πέμπτη διαφορά. Το ήθος ποικίλλει ανάλογα με το ύψος των ήχων· "ετέρα γάρ ήθη τοις οξυτέροις, έτερα τοις βαρυτέροις επιτρέχει, και έτερα μεν παρυπατοειδέσιν, έτερα δε λιχανοειδέσιν" (άλλο είναι το ήθος των ψηλότερων φθόγγων και άλλο των χαμηλότερων, και άλλο όταν είναι στην περιοχή της παρυπάτης και άλλο στην περιοχή της λιχανού). ΙΙ. ΗΘΟΣ TOΥ ΜΕΛΟΥΣ Το ήθος στη μελοποιία διακρίνεται σε τρεις διαφορετικούς τρόπους έκφρασης (πρβ. Κλεον. Εισ. 13): 1. Το διασταλτικόν εκφράζει μεγαλοπρέπεια και ανδροπρεπή διάθεση της ψυχής ("μεγαλοπρέπεια και δίαρμα ψυχής ανδρώδες")· το ήθος αυτό παροτρύνει σε ηρωικές πράξεις και χρησιμοποιείται στην τραγωδία. 2. Το συσταλτικόν, με το οποίο η ψυχή οδηγείται σε ταπεινοσύνη και έλλειψη ανδρικής διάθεσης ("εις ταπεινότητα και άνανδρον διάθεσιν"). Το ήθος αυτό είναι κατάλληλο για ερωτικά αισθήματα, θρήνους, συμπόνια και τα όμοια. 3. Το ησυχαστικόν φέρνει στην ψυχή γαλήνη και ειρήνη. "Είναι κατάλληλο για ύμνους, εγκώμια, συμβουλές και τα όμοια". Ο Αριστείδης (σ. 30), επίσης, διακρίνει τα ίδια τρία είδη ήθους στη μελοποιία, το συσταλτικό, το διασταλτικό και το μέσο (βλ. λ. μελοποιία). III. ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΑΡΜΟΝΙΩΝ Κάθε αρμονία εκφράζει ξεχωριστό ήθος. 1. Το ήθος της δωρικής (ή δωριστί) αρμονίας περιγραφόταν ως ανδροπρεπές και μεγαλοπρεπές (ανδρώδες, μεγαλοπρεπές· Ηρακλ. Ποντ. στον Αθήν. ΙΔ', 624D, 19)· επίσης ως σκοτεινό και ορμητικό ("σκυθρωπόν και σφοδρόν"· ό.π.)· ως ανώτερο (διακεκριμένο) και αξιοπρεπές ("αξιωματικόν, σεμνόν"· Πλούτ. Περί μουσ. 1136D και F, 16 και 17)· ως σταθερότατο και ανδρικό (Αριστοτ. Πολιτ. Η', 7, 10: "περί δε της δωριστί πάντες ομολογούσιν ως στασιμωτάτης ούσης και μάλιστ' ήθος εχούσης ανδρείον"). 2. Το ήθος της υποδωρικής (ή υποδωριστί) αρμονίας (ή παλιάς αιολικής) περιγραφόταν ως περήφανο, πομπώδες και με κάποια έπαρση· επίσης ως υψηλό και σίγουρο (σταθερό) ("γαύρον και ογκώδες, έτι δε και υπόχαυνον", "εξηρμένον και τεθαρρηκός"· Ηρακλ. ό.π.)· βαρύτονο ("βαρύδρομον"· Λάσος στον Αθήν.), ως μεγαλοπρεπές και σταθερό (Αριστοτ. Προβλ. XIX, 48: "η δε υποδωριστί [ήθος έχει] μεγαλοπρεπές και στάσιμον, διό και κιθαρωδικωτάτη εστί των αρμονιών"). 3. Το ήθος της φρυγικής (ή φρυγιστί, ή ιαστί) αρμονίας περιγραφόταν ως εμπνευσμένο (ένθεον· Λουκ. στον Αρμονίδη Ι, 10), ενθουσιαστικό, ακόμη και βίαια ερεθιστικό και συναισθηματικό (Αριστοτ. Πολιτ. Η', 5, 9 και 7, 8, 1340Β και 1342Β: "οργιαστική και παθητική"). Η αρμονία αυτή ήταν κατάλληλη για το διθύραμβο. 4. Το ήθος της υποφρυγικής (ή υποφρυγιστί) αρμονίας ήταν, κατά τον Ηρακλείδη Ποντικό (Αθήν. 625Β, 20), "σκληρό και αυστηρό" και, κατά τον Λουκιανό (Αρμονίδης Ι, 10-12), κομψό (γλαφυρόν). 5. Το ήθος της λυδικής (ή λυδιστί) αρμονίας περιγραφόταν από πολλούς συγγραφείς ως απαλό και ευχάριστο· από τον Πλάτωνα ως "συμποτικόν και μαλακόν" (Πολιτεία Γ'). Ο Αριστοτέλης, από την άλλη (Πολιτ. Η', 7, 11, 1342Β), βρίσκει τη λυδική πιο κατάλληλη από όλες τις αρμονίες για την παιδική ηλικία, γιατί είναι ευπρεπής και μορφωτική ("δια το δύνασθαι κόσμον τ' έχειν και παιδείαν"). 6. Το ήθος της υπολυδικής (ή υπολυδιστί) αρμονίας περιγραφόταν γενικά ως βακχικό, φιλήδονο, μεθυστικό ("βακχικόν, εκλελυμένον, μεθυστικόν"). 7. Το ήθος της μιξολυδικής (ή μιξολυδιστί) αρμονίας περιγραφόταν ως παθητικό (Πλούτ. 1136D, 16)· ως παραπονιάρικο και σταθερό ("οδυρτικωτέρως και συνεστηκότως έχειν"· Αριστοτ. Πολιτ. 1340Β)· και από τον Πλάτωνα ως θρηνητικό ("θρηνώδης"· Πολιτεία Γ', 398Ε). Βλ. στο λ. χοροδιδάσκαλος το επεισόδιο κατά το οποίο ο Ευριπίδης παρατήρησε αυστηρά ένα μέλος του χορού που κορόιδευε κατά την εξάσκηση του χορού στο μιξολυδικό. IV. ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΩΝ 1. Το ήθος του [[διατονικού γένους]] περιγραφόταν ως φυσικόν, αρρενωπόν και αυστηρόν (Αριστείδης, Ι, 19, ΙΙ, 111 Mb). Επίσης ως "σεμνόν και εύτονον" (Θέων Σμυρν. Περί μουσ. 85, 9) και ως "απλούν τε και γενναίον και φυσικώτερον" (Μ. Ψελλός, σ. 27). 2. Το ήθος του [[χρωματικού γένους]] περιγραφόταν ως γλυκύτατο και πολύ παραπονιάρικο ("ήδιστόν τε και γοερώτατον"· Ανώνυμος Bell. 31, 26· επίσης, Αριστείδ. ΙΙ, 111 Mb) και παθητικόν (Παχυμ. Vincent Notices 428). 3. Το ήθος του [[εναρμόνιου γένους]] ήταν, κατά τον Αριστείδη (ό.π.), "διεγερτικόν και ήπιον"· ο R.P.W.-Ι. διορθώνει το ήπιον σε ηθικόν. V. ΗΘΟΣ ΤΩΝ ΡΥΘΜΩΝ Ο Αριστείδης (σ. 97 Mb) υποστηρίζει ότι "οι ρυθμοί που αρχίζουν από τη θέση είναι πιο ήσυχοι, γιατί καθησυχάζουν το μυαλό (τη διάνοια), ενώ εκείνοι που αρχίζουν από την άρση είναι ταραγμένοι". Επίσης, ότι οι ρυθμοί που έχουν ίσες αναλογίες ("εν ίσω λόγω τεταγμένοι") είναι πιο ευχάριστοι, ενώ οι ημιολικοί είναι πιο ταραγμένοι. Ο δάκτυλος, με τον μεγαλόπρεπο χαρακτήρα του, ταιριάζει στην επική ποίηση, ενώ ο ανάπαιστος είναι πιο κατάλληλος για τα εμβατήρια· ο τροχαίος, λεπτός και ανάλαφρος, ταιριάζει σε χορευτικές μελωδίες κτλ. Γενικά, μπορεί να ειπωθεί ότι το ήθος, σύμφωνα με πολλούς αρχαίους συγγραφείς και θεωρητικούς της μουσικής, ήταν μια σημαντική δύναμη στη μουσική· τα ανθρώπινα ήθη εξαρτιόνταν από το ήθος της μουσικής. Φιλόσοφοι, κυρίους ο Δάμων, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, έδιναν ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη σημασία στα γραφόμενά τους. Κακή μουσική εξασκεί πολύ σοβαρή και καταστρεπτική επίδραση στον ατομικό χαρακτήρα και στην ηθική του λαού. Ο Πλούταρχος (Πώς δει τον νέον ποιημάτων ακούειν, 19F-20A) εκφράζει αυτή τη γνώμη: "Μουσική φαύλη και άσματα πονηρά... ακόλαστα ποιούσιν ήθη και βίους ανάνδρους και ανθρώπους τρυφήν και μαλακίαν και γυναικοκρασίαν" (Φαύλη μουσική και πονηρά τραγούδια... δημιουργούν ήθη ακόλαστα και διεφθαρμένες ζωές, και ανθρώπους που αγαπούν τη μαλθακή ζωή (την καλοπέραση), τη νωθρότητα και την υποταγή στις γυναίκες). Ωστόσο, υπήρξαν, ιδιαίτερα σε νεότερα χρόνια, διαφορετικές απόψεις σχετικά με την ηθική επίδραση της μουσικής, ακόμα και αντίθετες προς τις παραπάνω. Μπορεί να αναφερθεί η "Hibeh" διατριβή πάνω στη μουσική του 5ου/4ου αι. (Hibeh Papyri, 1906· μτφρ. W. Α. Anderson, σσ. 147-149, στο βιβλίο του που αναφέρεται παρακάτω στη βιβλιογραφία) και του Φιλόδημου (ιδιαίτ. βιβλ. Δ', βλ. σσ. 152-176 του Anderson). O Σέξτος Εμπειρικός (περ. 3ος αι. μ.Χ.) είναι ένα άλλο παράδειγμα· στο Προς Μουσικούς βιβλίο του (VI, 19 κέ.) συζητά αυτές τις απόψεις, τις επικρίνει αυστηρά και τις απορρίπτει, και αρνείται μια τέτοια ηθική ή κοινωνική δύναμη στη μουσική. Βιβλιογραφία: Paul Girard, L' education athenienne, Παρίσι 1891. Η. Abert, Die Lehre vom Ethos in der griechischen Musik, Λιψία 1899. L. P. Wilkinson, "Philodemus on Ethos in Music", Classical Quarterly 32, 1938, 174-181. E. A. Lippman, "The Sources and Development of the Ethical View of Music in Ancient Greece", Mus. Quarterly XLIX, 1963. W. D. Anderson, Ethos and Education in Greek Musik, Cambridge, Mass. 1966. Για επιπλέον βιβλιογραφία βλ. στο λ. μουσική.

Ημιόλιος: γενικά, εκείνος που αποτελείται από ένα ολόκληρο και το μισό του όλου. Ημιόλιος λόγος: 3 προς 2 (ή 6 προς 4). Ημιόλιον πυκνόν: στο χρωματικό γένος ήταν η χρόα κατά την οποία το πυκνό ήταν ίσο προς ένα ημιτόνιο και μισό, δηλ. 3/8 του τόνου· Πρβ. Αριστόξ. Αρμον. Ι, 25, 1 Mb. Βλ. λ. δίεσις.

Ημιτόνιον: επίσης, ημιτονιαίον διάστημα (πρβ. Αριστόξ. ΙΙ, 51, 25 Mb). Ο τόνος μοιραζόταν σε δύο άνισα ημιτόνια, το μείζον και το έλαττον. Κατά τον Αριστείδη (σ. 114 Mb), για να βρουν οι αρχαίοι το λόγο του ημιτόνιου, μια και ανάμεσα στους αριθμούς 9 και 8 (επόγδοος 9:8) κανένας άλλος [ακέραιος] αριθμός δεν υπάρχει, διπλασίαζαν και τους δύο αυτούς αριθμούς (18:16) και έπαιρναν αυτό που βρισκόταν ανάμεσα (δηλ. 17)· έτσι, καθόρισαν το πρώτο ημιτόνιο ως 17:16 και το άλλο ως 18:17 (το πρώτο ήταν το μείζον και το δεύτερο το έλαττον· βλ. επίσης, Πτολ. Αρμ. έκδ. Wallis, 48). Ο Αριστόξενος όμως διαιρούσε τον τόνο σε δύο ίσα ημιτόνια (βλ. Αρμον. ΙΙ, 57, 10-11 Mb).

Ημιχόριον: μισός χορός (στο αρχαίο δράμα). Ο Πολυδεύκης (IV, 107) γράφει σχετικά: "οπόταν γαρ ο χορός εις δύο διαιρεθή, το μεν πράγμα καλείται διχορία εκατέρα δε μοίρα, ημιχόριον" (όταν ο χορός διαιρεθεί σε δύο μέρη, αυτό το πράγμα λέγεται διχορία, ενώ το καθένα από τα δύο τμήματα [λέγεται] ημιχόριο).

Ηρακλείδης ο Ποντικός: Αρχαίος φιλόσοφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Ηράκλεια του Πόντου και ήκμασε περί τα μέσα του 4ου π.Χ. αι. Πέθανε το 330 π.Χ. Ανήκε σε πλούσια οικογένεια και τρέφοντας αγάπη προς τη φιλοσοφία και την επιστήμη ήλθε νωρίς στην Αθήνα και έγινε μαθητής αρχικά του Σπευσίππου και αργότερα του Πλάτωνα, τον οποίο και αντικατέστησε στη διεύθυνση της Ακαδημίας (κατά το 2ο ταξίδι του στη Σικελία). Τελικά παρακολούθησε τις παραδόσεις του Αριστοτέλη και έγινε μιμητής του (όπως άλλωστε μιμήθηκε και τους Πυθαγορείους). Κατόπιν γύρισε στην πατρίδα του και ίδρυσε Σχολή, που τη διηύθυνε ώς το θάνατό του. `Οντας πλούσιος, ζούσε με τρυφηλότητα και πολυτέλεια προξενώντας το φθόνο των συγχρόνων του. Ασχολήθηκε με όλους τους κλάδους του "επιστητού" και έγραψε μεγάλο αριθμό ποικίλων έργων που χάθηκαν (εκτός αποσπασμάτων). Ο Διογένης ο Λαέρτιος τα διαιρεί σε: "ηθικά", "φυσικά", "γραμματικά", "μουσικά", "ρητορικά", "ιστορικά". Βλέπουμε επομένως, ότι ο Ηρακλείδης έγραψε ολόκληρη κατηγορία βιβλίων που χαρακτηρίζονται "μουσικά" (με την αρχαία έννοια του όρου), στην οποία μάλιστα δεσπόζει το τρίτομο σύγγραμμά του "περί Μουσικής" (με τη σύγχρονη έννοια του όρου). Στο σύγγραμμα αυτό αναφέρεται και ο [[Αθήναιος|Αθήναιος]], ο δε [[Πλούταρχος|Πλούταρχος]] στο έργο του "περί Μουσικής" μας παραδίδει έναν ακόμα τίτλο μουσικού έργου του Ηρακλείδη: "Συναγωγ? τ?ν ?ν μουσικ?" ("Συλλογή μουσικών γεγονότων"). Εκτός τούτων, ο Αριστόξενος αναφέρει ονομαστικά 4 τραγωδίες του Ηρακλείδη, που ο ποιητής τους παρουσίαζε ως έργα του Θέσπιδος για να τύχουν μεγαλύτερης προσοχής (!) καθώς και μία τραγωδία ("Παρθενοπαίος") που την απέδιδε στον Σοφοκλή και γινόταν πιστευτός(!!). Πάντως ο Λαέρτιος, παρά τα όσα σκωπτικά αναφέρει για τη μεγαλομανία του Ηρακλείδη, θεωρεί ότι τα επιγράμματά του ήταν "κάλλιστα κα? ?ριστα" (δυστυχώς και αυτά δεν σώθηκαν).

Ηριγόνη: Ηριγόνη ήταν η κόρη του Αθηναίου ήρωα Ικάριου, στον οποίο δίδαξε ο Διόνυσος την καλλιέργεια των αμπελιών και την παραγωγή του κρασιού. Η Ηριγόνη γέννησε από τον Διόνυσο έναν γιό, τον Στάφυλο. Ο πατέρας της πρόσφερε από το κρασί του σε μερικούς βοσκούς, που μέθυσαν, και νομίζοντας πως τους δηλητηρίασε σκότωσαν τον Ικάριο. Η Ηριγόνη, με τη βοήθεια του κυνηγετικού σκυλιού του πατέρα της Μάιρα, βρήκε το πτώμα και απελπισμένη για το χαμό του πατέρα της κρεμάστηκε· πριν πεθάνει όμως καταράστηκε τις παρθένες της Αττικής να κρεμιούνται κι αυτές. Πραγματικά αυτό, κατά το μύθο, άρχισε να συμβαίνει, και οι Αθηναίοι ζήτησαν χρησμό από το μαντείο. Με τη συμβουλή του καθιέρωσαν γιορτή προς τιμήν της Ηριγόνης, κατά την οποία τα κορίτσια κρεμούσαν αιώρες και καθώς κουνιόνταν τραγουδούσαν το τραγούδι αλήτις. βλ. λ. αλήτις.

Ηρμοσμένος: (από το αρμόζω ή αρμόττω, που στη μουσική σήμαινε κανονίζω σύμφωνα με τους νόμους της μουσικής). Ηρμοσμένος επομένως σήμαινε: κανονισμένος (τακτοποιημένος, ρυθμισμένος) σύμφωνα με τους νόμους της μουσικής· εμμελής. ηρμοσμένον μέλος· μέλος (μελωδία) που υπακούει στους νόμους της μελωδίας. Ο Αριστόξενος (Αρμον. Στοιχ. Ι, 18, 18 κε. Mb) εξηγεί ότι "το ηρμοσμένον μέλος δεν αποτελείται μόνο από διαστήματα και φθόγγους. Είναι επίσης αναγκαία μια σύνθεση (συνένωση) πάνω σε ορισμένη αρχή, γιατί είναι φανερό πως και το ανάρμοστον μέλος (που παραβαίνει τους νόμους της αρμονίας) αποτελείται και αυτό από διαστήματα και φθόγγους· από αυτό συνάγεται ότι ο πιο σημαντικός συντελεστής στην ορθή σύσταση του μέλους είναι η σύνθεση γενικά, και η ειδική φύση της ιδιαίτερα". Ο Κλεονείδης (Εισαγ. 1) καθορίζει: "ηρμοσμένον δε το εκ φθόγγων τε και διαστημάτων ποιάν τάξιν εχόντων συγκείμενον" (το ηρμοσμένον μέλος είναι εκείνο που αποτελείται από φθόγγους και διαστήματα, που έχουν κάποια τάξη), Σε μια πιο γενική σημασία το "ηρμοσμένος" σήμαινε: αρμονικός, εναρμονισμένος. Ο Σέξτος Εμπειρικός (VI, 13) γράφει: "οί τε μέγα δυνηθέντες εν φιλοσοφία, καθάπερ και Πλάτων, τον σοφόν όμοιόν φασιν είναι τω μουσικώ, την ψυχήν ηρμοσμένην έχοντα" (εκείνοι που υπήρξαν μεγάλοι στη φιλοσοφία, όπως ο Πλάτων, λένε ότι ο σοφός (φρόνιμος, σώφρων) μοιάζει με τον μουσικό που έχει την ψυχή του εναρμονισμένη). Και ο Ιπποκράτης (Περί διαίτης Ι, 18) λέει: "καλώς δε ηρμοσμένης γλώσσης τη συμφωνία τέρψις, αναρμόστου δε λύπη" (όταν η γλώσσα είναι καλά εναρμονισμένη, η συμφωνία προκαλεί ευχαρίστηση, ενώ όταν είναι έξω από τον τόνο προκαλεί λύπη [πόνο]). Το ρήμα αρμόττομαι σήμαινε επίσης κουρδίζω ένα όργανο· Πλάτων (Πολιτ. 349Ε): "αρμοττόμενος λύραν" (κουρδίζοντας τη λύρα)· στον Φαίδωνα (85Ε) λέει ακόμα: "η μεν αρμονία... θείον τι εστιν εν τη ηρμοσμένη λύρα" (η αρμονία... είναι κάτι θείο στην καλά κουρδισμένη λύρα). Και ο Αριστόξενος (Ι, 11, 5) σχετικά με τη σημασία του όρου αρμόττομαι: "Δει δε πειράσθαι κατανοείν... τι ποτ' εστίν, ό ποιούμεν, όταν αρμοττόμενοι των χορδών εκάστην ανιώμεν ή επιτείνωμεν" (Πρέπει να προσπαθούμε να καταλάβουμε... τί γίνεται, όταν κουρδίζοντας χαλαρώνουμε ή τεντώνουμε κάθε χορδή). Αρμόττομαι σήμαινε ακόμα ταιριάζω στίχους σε μια προϋπάρχουσα μελωδία· Σιμωνίδης: "τον γλυκύν ες παίδων ίμερον ηρμόσατο" (PLG III, 186, απόσπ. 184 [171]).

Ησύχιος: (5ος αι. μ.Χ.)· γραμματικός και λεξικογράφος από την Αλεξάνδρεια, γνωστός ως Αλεξανδρεύς. Το Λεξικό του θεωρείται μια από τις πιο σημαντικές πηγές πληροφοριών για την ελληνική γλώσσα, την ιστορία, τη ζωή και τις τέχνες. Ανάμεσα στο πλούσιο υλικό του Λεξικού βρίσκουμε πληροφορίες σχετικά με τη σημασία και τη χρήση αρχαίων μουσικών όρων, οργάνων κτλ. Ο πλήρης τίτλος του Λεξικού στα ελληνικά είναι: "Ησυχίου γραμματικού Αλεξανδρέως συναγωγή πασών λέξεων κατά στοιχείον εκ των Αριστάρχου και Απίωνος και Ηλιοδώρου". Η πρώτη έκδοση του Λεξικού έγινε το 1514 από τον Άλδο Μανούτιο στη Βενετία, με την επίβλεψη του Κρητικού φιλολόγου Μάρκου Μουσούρου (1470-1567), ο οποίος εξέδωσε και πολλά άλλα ελληνικά έργα (των Αθήναιου, Πλάτωνα, Αριστοφάνη, Ευριπίδη κ.ά.). Ακολούθησαν άλλες εκδόσεις από τους Α. Francino (Φλωρεντία 1520), C. Schrevelio - J. Pricaei (Leyden 1668), Johannes Alberti (Leyden 1746-1766), Mauricius Schmidt (Ιένα 1858-1868) και Κ. Latte (Κοπεγχάγη 1953).

Ηχείον: η λέξη παρουσιάζεται με διάφορες σημασίες: 1. Καταρχήν σήμαινε το αντικείμενο που, όταν χτυπηθεί ή τεθεί σε δόνηση, παράγει ήχο. Συνήθως, ηχείο ήταν ένα κρουστό μετάλλινο όργανο. Στη λατρεία της Δήμητρας η λέξη ηχείον ήταν το μυστικό όνομα για το κύμβαλο, που έπαιζε σημαντικό ρόλο στη λατρεία. 2. ηχείον ήταν το ηχείο, όπως το εννοούμε σήμερα, των εγχόρδων οργάνων. 3. ηχεία, στον πληθ., ήταν ημισφαιρικά βάζα σε διάφορα μεγέθη, που όταν τα χτυπούσε κανείς με ένα μικρό ραβδί έδιναν διάφορους ήχους. 4. ηχεία ήταν επίσης δοχεία (αγγεία) που τοποθετούνταν σε κοίλα μέρη των αρχαίων θεάτρων για τη μετάδοση ήχων στο κοινό, όπως το βροντείον, μια μηχανική κατασκευή σε χρήση στα θέατρα για τη μίμηση της βροντής. Ο Ησύχιος λέει: "ηχείον· το χαλκόν· οι δέ, μουσικόν το προς τη μαγάδει χάλκωμα" (το ηχείο κατασκευαζόταν από χαλκό· για μερικούς ανθρώπους σήμαινε το χάλκινο μουσικό ηχείο στη μάγαδι). Η λέξη ηχείον ως επίθετο στο όργανο σήμαινε ένα δοχείο ή αγγείο που ηχεί.

Ήχος: Η λέξη προήλθε από τον αττικό τύπο "ηχή" (δωρικά: "αχά") και στην αρχαιότητα εννοούσε τον κρότο, τη βοή, το θόρυβο. Με την πάροδο του χρόνου προστέθηκε η έννοια του "μουσικού φθόγγου" και σήμερα ως όρος περιλαμβάνει κάθε τι που διεγείρει το αισθητήριο της ακοής. Στη βυζ. μουσική σημαίνει (κατά Ψάχο) "τρόπο το? ψάλλειν, μ? καθωρισμένα διαστήματα δεσπόζοντας φθόγγους κα? καταλήξεις". Σημαίνει δηλαδή "ωδική κλίμακα" και χρησιμοποιούνται 8 παρόμοιοι `Ηχοι/βασικές ωδικές κλίμακες· 4 κύριοι: Α', Β', Γ' και Δ' ή "λέγετος" και 4 πλάγιοι: Πρώτου Ήχου (πλάγιος Α'), Δευτέρου Ήχου (πλάγιος Β'), Τρίτου Ήχου (πλάγιος Γ' ή "Βαρύς" ) και Τετάρτου Ήχου (πλάγιος Δ'). Ακολουθεί συνοπτική παρουσίαση των `Ηχων (Ελισαίος Γιανίδης) με όρους ευρωπαϊκής μουσικής (για την κλασική βυζαντινή "ταυτότητά" τους, βλέπε στα επίμέρους λήμματά τους): α) Διατονική κλίμακα: 1. Βάση ντο. Ο ήχος λέγεται πλάγιος Δ' και αντιστοιχεί με το "ματζόρε" της ευρωπ. μουσικής 2. Βάση ρε. Εδώ έχουμε 2 ήχους, τον Α' και τον πλάγιο Α'. Ο Α', όταν κατεβαίνει κάτω από το ρε, έχει πάντοτε ντο φυσικό και σι φυσικό, επομένως δεν έχει τίποτε κοινό με "μινόρε", όπως θα νόμιζε κανείς με πρώτη όψη. Ήχος πολύ ιδιόρρυθμος με χαρακτήρα φαιδρό. Ο πλάγιος Α' έχει την ίδια κλίμακα με τον Α', αλλά συνήθως δεν κατεβαίνει κάτω από το ρε, κινείται μάλλον γύρω στο επάνω λα, έχοντας το σι πότε φυσικό και πότε με ύφεση, και κάνει κατάληξη "μινόρε" πότε στο ρε και πότε στο σολ (με φα δίεση και σι ύφεση). Στο παπαδικό μέλος δεν ξεχωρίζει διόλου από τον Α' (έχει και 2η μορφή, που θα τη δούμε παρακάτω). 3. Βάση μι. Ήχος Δ', ειδικότερα "Λέγετος" (γιατί ο Δ' έχει κι άλλη μορφή). 4. Βάση φα (αλλά με ύφεση στο σι). Ήχος Γ' και "Βαρύς". Οι 2 αυτοί ήχοι είχαν άλλοτε, καθώς μας βεβαιώνουν τα "Θεωρητικά", το διάστημα λα-σι ύφεση μικρότερο από ημιτόνιο. Σήμερα το τετράχορδο φα-σολ-λα-σι ύφεση ψάλλεται με τα ίδια διαστήματα όπως και το ντο-ρε-μι-φα. Επομένως ανήκουν και οι 2 στο "ματζόρε". Διαφέρουν όμως στη μελωδική τους κίνηση. Ο Γ' κάνει συχνά ενδιάμεσες καταλήξεις στο ρε με χαρακτήρα "μινόρε", τελειώνει όμως πάντα στο φα. Ο "Βαρύς" έχει πιο καθαρό το χαρακτήρα του "φα ματζόρε". Ο "Βαρύς" έχει και 2η μορφή (που θα τη δούμε παρακάτω). 5 Βάση σολ (με φα φυσικό). Ήχος Δ' - 2η μορφή. Μόνο στο παπαδικό μέλος απαντιέται και δεν έχει άλλη ουσιαστική διαφορά απ' τον πλάγιο Δ' παρά μόνο που κινείται περισσότερο γύρω στο σολ και σ' αυτό καταλήγει (πάντα με φα φυσικό). 6. Βάση λα. Ήχος πλάγιος Α' - 2η μορφή. Μόνο στο ειρμολογικό. Όταν κατεβαίνει κάτω απ' το λα, παίρνει συνήθως το φα με δίεση, επομένως ως προς τα διαστήματα δε διαφέρει διόλου από τον Α'. 7. Βάση σι. Ηχος "Βαρύς" - 2η μορφή. Συγγενεύει πολύ με τον "λέγετο" στην εντύπωση, επειδή και οι 2 έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι η πρώτη βαθμίδα στην κλίμακά τους είναι ημιτόνιο. Η διαφορά είναι που ο "Βαρύς" έχει "5η ελαττωμένη": σι-φα, ενώ ο "λέγετος" έχει "5η καθαρή": μι-σι. Μολαταύτα και αυτού η 5η είναι πολλές φορές "ελαττωμένη", γιατί παίρνει συχνά το σι με ύφεση. Το να έχουν ημιτόνιο στην πρώτη βαθμίδα, δίνει σ' αυτούς τους 2 ήχους (που μπορούν να θεωρηθούν ένας) εξαιρετική πρωτοτυπία. β. Χρωματική κλίμακα. Χαρακτηρίζεται απ' το τριημιτόνιο διάστημα που το έχει 2 φορές. Οι ήχοι που την ακολουθούν είναι ο Β' και ο πλάγιος Β'. Η κλίμακα του Β' είναι: ντο-ρε ύφεση- μι- φα- σολ- λα ύφεση- σι- ντο, αλλά ο ήχος αυτός έχει συνήθως περιορισμένη κίνηση γύρω στο σολ και σ' αυτό καταλήγει. Σπάνια κατεβαίνει κάτω απ' το μι. Όταν κατέβει ως το ρε, για να γυρίσει πίσω δίνει ρε φυσικό. `Οταν όμως προχωρεί ως το ντο, τότε δίνει το ρε με ύφεση. Η κλίμακα του πλαγίου Β' είναι: ρε- μι ύφεση- φα δίεση- σολ- λα- σι ύφεση- ντο δίεση- ρε, όπου (κατά τα "Θεωρητικά") τα διαστήματα φα δίεση- σολ και ντο δίεση-ρε πρέπει να είναι μικρότερα από ημιτόνιο. Επειδή όμως, καθώς είδαμε, τα διαστήματα αυτά αφομοιώθηκαν, η κλίμακα αυτή καταντά να είναι η ίδια του Β' σε άλλη θέση. Στην κίνησή του όμως ο ήχος αυτός διαφέρει ουσιστικά από τον Β', γιατί έχει μεγαλύτερη περιοχή, χρησιμοποιεί ολάκερη την κλίμακα, και καταλήγει συνήθως στο ρε (και κάποτε στο σολ). Οι 2 αυτοί ήχοι μπορούν να θεωρηθούν σαν μια μορφή του "μινόρε": Ο πλάγιος Β' ως "σολ μινόρε" (με κατάληξη στη δεσπόζουσα ρε ή στην τονική σολ). Ο Β' ως "φα μινόρε" (με ιδιότροπη κατάληξη στη συγχορδία της δεσπόζουσας ντο-μι-σολ). Μπορούμε ακόμη να τον πούμε και ντο ματζόρε, με την ιδιότροπη ύφεση στην VI βαθμίδα, οπότε η κατάληξή του στο σολ κάποτε έχει την έννοια πως συνοδεύεται από τη συγχορδία της τονικής ντο, αλλά κάποτε και από τη συγχορδία της δεσπόζουσας σολ-σι-ρε. Οι 2 αυτοί `Ηχοι στο παπαδικό μέλος δε διαφέρουν καθόλου και στο ειρμολογικό υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ τους, καθώς είδαμε στα προηγούμενα.




 



 
©2010