Αλφα

Βήτα

Γάμμα

Δέλτα

Έψιλον

Ζήτα

Ήτα

Θήτα

Ιώτα

Κάππα

Λάμδα

Μι

Νι

Ξι

Όμικρον

Πι

Ρω

Σίγμα

Ταύ

Ύψιλον

Φι

Χι

Ψι

Ωμέγα






Εγκυκλοπαίδεια





 


Βήτα


 

Βάθυλλος: (1ος αι. π.Χ./1ος αι. μ.Χ.)· περίφημος μίμος από την Αλεξάνδρεια (γνωστός ως ο Αλεξανδρεύς). Εισήγαγε, μαζί με τον Πυλάδη, την παντομιμική τέχνη στο ρωμαϊκό θέατρο κατά το 23/22 π.Χ. Έγραψε ένα βιβλίο Περί ορχήσεως, όπου εξετάζει την ιταλική όρχηση ως μείγμα του κόρδακα, της εμμέλειας και της σικίννιδας (βλ. τα λ. κόρδαξ, εμμέλεια και σίκιννις)· πρβ. Αθήν. A', 20D, 37. Στην αρχή συνεργάστηκε με τον Πυλάδη, αλλά αργότερα οι διαφορές μεταξύ τους αυξήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, που δημιουργούνταν στο θέατρο σοβαρές ταραχές ανάμεσα στους οπαδούς τους· αυτή η κατάσταση οδήγησε στην εξορία του Πυλάδη από τον αυτοκράτορα Αύγουστο (17 μ.Χ.). Η τέχνη του Βάθυλλου, σε σύγκριση με την τέχνη του Πυλάδη, ήταν πιο χαρωπή και εύθυμη, πιο κοντά στον κόρδακα· όπως λέει ο Πλούταρχος (Συμποσιακά VII, Προβλ. 8, 3): "δέχομαι την Βαθύλλειον [όρχησιν] του κόρδακος απτομένην" (προτιμώ την τέχνη [όρχηση] του Βάθυλλου, γιατί πλησιάζει τον κόρδακα). Η όρχηση του Πυλάδη περιγραφόταν (Πλούτ. ό.π.) με αυτά τα λόγια: "αποπέμπω την πυλάδειον ογκώδη και παθητικήν και πολύκοπον ούσαν" (απορρίπτω την πυλάδεια [όρχηση], γιατί είναι πομπώδης, παθητική και κουραστική [θρηνώδης, κλαψιάρικη]).

Βακτριασμός: αντί μακτρισμός. Συμπεριλαμβάνεται από τον Πολυδεύκη (IV, 101) σ' έναν αριθμό ασελγών χορών, μαζί με τον απόκινο και την απόσειση. Χορευόταν από γυναίκες που στριφογύριζαν τη μέση τους. Στον Αθήναιο χρησιμοποιείται η λ. μακτρισμός. BR>
Βακύλιον ή βαβούλιον σύμφωνα με μερικούς λεξικογράφους, συνώνυμο με το κύμβαλον. Ησ.: "κύμβαλον, βακύλιον, βαβούλιον, είδος οργάνου μουσικού".

Βακχείος: μετρικός πους, αποτελούμενος από τρεις συλλαβές, δύο μακρές και μία βραχεία, - - U ή U - -· επίσης, ο πους που αποτελείται από τέσσερις συλλαβές, όπως στο σχήμα - U U - (που λέγεται "βακχείος από τροχαίου", - U), ή U - - U ("βακχείος απ' ιάμβου", U -).

Βακχείος ο Γέρων: 3ος/4ος αι. μ.Χ.;)· μουσικός θεωρητικός της εποχής του Κωνσταντίνου· έζησε μετά τον Πτολεμαίο (2ος αι. μ.Χ.) και πιθανόν τον τρίτο ή τέταρτο αιώνα. Τίποτε δεν είναι γνωστό για τη ζωή του. Είναι γνωστός για το βιβλίο του Εισαγωγή Τέχνης Μουσικής. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1623 με λατινική μετάφραση από τον Fed. Morellus, που ονομάζει τον Βακχείο "ιατρό-μαθηματικό", συγχέοντάς τον, πιθανόν, με τον συνώνυμό του από την Τανάγρα (3ος αι. μ.Χ.) εκδότη και σχολιαστή των έργων του Ιπποκράτη. Ο τίτλος της σπάνιας αυτής έκδοσης είναι ο ακόλουθος: BACCHII SENIORIS, iatromathematici, Εισαγωγή sive Introductio Methodica ad Musicam per Dialogismum, Lutetiae [Παρίσι] 1623, σσ. 24, σχ. 8ο. Τον ίδιο χρόνο (1623), το ίδιο ελληνικό κείμενο δημοσιεύτηκε από τον Marine Mersenne στα Παραλειπόμενα (Paralipomena) των Quaestiones Celeberrimae in Genesim (Lutetiae Parisiorum, 1623, σχ. 4ο, σσ. 1887-1891)· στην έκδοση αυτή περιλαμβάνεται και η λατινική μετάφραση του Fed. Morellus. Η Εισαγωγή του Βακχείου εκδόθηκε αργότερα με λατινική μετάφραση από τον Μάρκο Meibom (Marcus Meibomius, Antiquae musicae auctores septem, graece et latine, Amsterdam 1652, I, vi, σσ. 1-25). To ελληνικό κείμενο εμφανίζεται επίσης στην έκδοση του C. ν. Jan, Musici scriptores Graeci, Λιψία 1895, Τ., VI, σσ. 292-316. Μια γαλλική μετάφραση, με βάση το κείμενο του Meibom, δημοσιεύτηκε με σχόλια από τον Ch. Em. Ruelle, Collection des auteurs grecs relatifs a la musique, V: ("Alypius, Gaudence et Bacchius l'Ancien"), Παρίσι 1895, σσ. 103-140. Η Εισαγωγή είναι γραμμένη σε διαλογική μορφή και ακολουθεί κυρίως την Αριστοξενική Σχολή (βλ. Αριστόξενος)· σε αυτήν ο Βακχείος εξετάζει λεπτομερώς τα στοιχεία της μουσικής. Ο Fr. Bellermann στην έκδοσή του του Ανώνυμου (Anonymi scriptio de musica, Βερολίνο 1841) περιλαμβάνει επίσης (σσ. 101-108) μιαν άλλη Εισαγωγή Τέχνης Μουσικής του Βακχείου, με τίτλο Bacchii Senioris, Introductio artis musicae· το κείμενο αυτό είναι ολότελα διαφορετικό από το κείμενο όλων των άλλων εκδόσεων: είναι πιο σύντομο, δεν έχει διαλογική μορφή και ασχολείται κυρίως με την αρμονία. Ο Bellermann λέει ότι το πήρε από πέντε άλλους κώδικες, δύο της Νεάπολης (262, 259) και τρεις του Παρισιού (2458, 2460; 2532). Μερικοί μελετητές αποδίδουν αυτό το κείμενο όχι στον Βακχείο, αλλά σε κάποιον Διονύσιο. Το ίδιο κείμενο της έκδοσης του Bellermann δημοσιεύτηκε και από τον Α. J. H. Vincent (Notices sur divers manuscripts grecs relatifs a la musique, Παρίσι 1847, σ. 64 κ.ε.). Βλ. C. ν. Jan, "Bakcheios Geron", Pauly RE ΙΙΙ, στήλ. 2790-2792.

Βακχυλίδης: (520/518-περ. 450 π.Χ.)· γεννήθηκε στην πόλη Ιουλίς της Κέας και η μητέρα του ήταν αδελφή του Σιμωνίδη. Θεωρείται ένας από τους κύριους εκπρόσωπους της χορικής ποίησης και τοποθετείται αξιολογικά μετά τον Πίνδαρο και τον Σιμωνίδη. Έχει συνθέσει παρθένεια, προσόδια και παιάνες (Πλούτ. Περί μουσ. 1136F, 17)· επίσης ύμνους, ερωτικά τραγούδια, επιγράμματα, υπορχήματα. Βλ. Bruno Snell, Bacchylidis Carmina cum Fragmentis, Λιψία 1934, Τ. (10η έκδ. επαυξημένη, 1970)· βλ. επίσης, Lyra Graeca, έκδ. και μτφρ. J. M. Edmonds, τόμ. 3, σσ. 80-223, 75 αποσπ. (Loeb Classical Library, 1931, ανατύπ. 1952). Πρβ. Α. Korte, "Bacchylides", Hermes 53, 1918, σσ. 113-147, και A. Severyns, Bacchylide, Essai biographique, Λιέγη-Παρίσι. 1933.

Βαλανέων ωδή: τραγούδι αυτών που υπηρετούσαν στο λουτρώνα· βαλανεύς λεγόταν ο ιδιοκτήτης ή ο υπηρέτης του λουτρώνα, που βοηθούσε (κόβοντας την κόμη, τα νύχια κτλ.) αυτούς που λούζονταν· κ. λουτράρης. Πρβλ. Αθήν. ΙΔ', 619Α, 10. Category:Αρχαία Ελληνική Μουσική Category:ΜΟ - μορφολογία

Βαλλισμός: είδος πηδηχτού χορού με στριφογυρίσματα και χοροπηδήματα, σε χρήση στη Σικελία και στη Ν. Ιταλία. Το ρ. βαλλίζω χρησιμοποιούνταν με τη σημασία του πηδώ, χορεύω, χοροπηδώ κινώντας τα πόδια εδώ κι εκεί· Αθήν. (Η', 362Α): "βαλλίζουσιν οι κατά την πόλιν άπαντες τη Θεώ", και σε άλλη παράγραφο πιο κάτω (362B-C), όταν ο Ουλπιανός, ένας από τους δειπνοσοφιστές, αμφισβητούσε την πραγματική σημασία του ρ. βαλλίζω σχετικά με το χορό, ο Μύριλος αναφέρει διάφορα παραδείγματα της χρήσης του ρήματος στην ελληνική γλώσσα με τη σημασία του "χορεύω".

Βάρβιτος: (ο και η) και βάρβιτον (το)· μια παραλλαγή της λύρας. Η βάρβιτος ήταν πιο στενή από τη λύρα και μακρύτερη· επομένως, οι χορδές της ήταν μακρύτερες και η έκταση χαμηλότερη. Η βάρβιτος ήταν πολύ παλιό όργανο. Στον Αθήναιο υπάρχουν δύο διαφορετικές εκδοχές για την εφεύρεσή του. Κατά τον Πίνδαρο, ο Τέρπανδρος υπήρξε ο εφευρέτης του βαρβίτου ("Πινδάρου λέγοντος τον Τέρπανδρον... ευρείν... τον βάρβιτον"· Αθήν. ΙΔ', 635D, 37). Κατά τον Νεάνθη όμως τον ιστορικό από την Κύζικο, το βάρβιτον ήταν εφεύρεση του Ανακρέοντα ("και Ανακρέοντος [εύρημα] το βάρβιτον"· Αθήν. Δ', 175Ε, 77· επίσης FHG III, 2, απόσπ. 5). Βέβαιο είναι ότι ήταν όργανο που απολάμβανε μεγάλη τιμή στη σχολή της Λέσβου (Τέρπανδρος, Αλκαίος, Σαπφώ, Ανακρέων). Ο αριθμός των χορδών του βάρβιτου δεν είναι γνωστός. Ο Θεόκριτος (Ειδύλλια XVI, Χάριτες ή Ιέρων V, 45) λέει πως ήταν ένα πολύχορδο όργανο ("βάρβιτον ες πολύχορδον"), ενώ ο κωμικός ποιητής Αναξίλας στο Λυροποιό του (Αθήν. Δ', 183Β, 81) μιλά για τριχόρδους βαρβίτους ("εγώ δε βαρβίτους τριχόρδους"). Άλλα ονόματα, όπως βάρμος, βάρωμος και βαρύμιτον, συναντώνται αντί του βάρβιτον. Στον Αθήναιο (ΙΔ', 636G, 38) διαβάζουμε: "και γαρ βάρβιτος ή βάρμος". Η λ. βαρύμιτον προέρχεται από το βαρύς (χαμηλός) και μίτος (χορδή). Πολυδ. (IV, 59): "Των μεν κρουομένων είη αν λύρα, κιθάρα, βάρβιτον. Το δ' αυτό και βαρύμιτον" ([Τα ονόματα] των εγχόρδων οργάνων είναι λύρα, κιθάρα, βάρβιτον· το ίδιο και βαρύμιτον). Στον Αθήναιο, ωστόσο, (Δ', 182F, 80) ο βάρωμος αναφέρεται σαν ένα καθαρά διαφορετικό όργανο: "τον γαρ βάρωμον και βάρβιτον, ων Σαπφώ και Ανακρέων μνημονεύουσι". Για την έκφραση "παίζω το (τη) βάρβιτο" χρησιμοποιούσαν το ρ. βαρβιτίζω· βλ. Kock CAF Ι, 571, Αριστοφ. απόσπ. 752· και Πολυδ. IV, 63. Ο εκτελεστής του βαρβίτου λεγόταν βαρβιτιστής, και ο τραγουδιστής, που συνόδευε ο ίδιος το τραγούδι του στο βάρβιτο, βαρβιτωδός.Για βιβλιογραφία βλ. τα λ. έγχορδα, λύρα και μουσική.






Βαρυαχής: και βαρυηχής· εκείνος που ηχεί βαριά, χαμηλά· με βαθιά ή δυνατή φωνή (ήχο)· επίσης, εκείνος που αναστενάζει ή θρηνεί βαριά.

Βαρύλλικα: (πληθ.)· είδος θρησκευτικού χορού για γυναίκες προς τιμήν του Απόλλωνα και της Άρτεμης. Πολυδ. (IV, 104): "και βαρύλλικα, το μεν εύρημα Βαρυλλίχου, προσωρχούντο δε γυναίκες Απόλλωνι και Αρτέμιδι"

Βαρύπυκνος: η χαμηλότερη νότα στο πυκνόν. Βαρύπυκνοι ήταν πέντε νότες: η υπάτη υπατών (si), η υπάτη μέσων (mi), η μέση (la), η παραμέση (si·) και η νήτη διεζευγμένων (mi·). Όλες ήταν σταθερές νότες του πυκνού (δεν μπορούσαν να τροποποιηθούν). Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. λ. πυκνόν επίσης τα λ. μεσόπυκνος και οξύπυκνος.

Βαρύς: χαμηλός σε ύψος (Αριστόξ. Ι, 3,11 και 14 Mb κτλ.). Αντίθ. οξύς. Βαρύς σήμαινε επίσης και δυνατός (ήχος). Σε περίπτωση συλλαβής σήμαινε τη μη τονισμένη.

Βαρύτης: βάθος σε ύψος. Η βαρύτης είναι το αποτέλεσμα χαλάρωσης [της έντασης] μιας χορδής. Αριστόξενος (Αρμ. Ι, 10, 28 Mb): "βαρύτης δε το γενόμενον δια της ανέσεως" (βαρύτητα είναι το αποτέλεσμα της χαλάρωσης)· βλ. επίσης Ανών. Bell. 50, 37. Ο Αριστοτέλης (Προβλ. XIX, 49) λέει ότι η χαμηλότερη νότα ενός διαστήματος είναι η πιο μελωδική, και ότι ο χαμηλός φθόγγος είναι πιο σημαντικός από τον ψηλό (πρβ. Προβλ. XIX, 8). Στην προσωδία βαρεία σήμαινε τον "βαρύ" τονισμό συλλαβής, όπως και σήμερα. Βλ. τα λ. άνεσις, επίτασις, οξύς.

Βαρύχορδος: με βαθύ τόνο· όργανο που ηχεί βαθιά, με βαθύ ήχο· επίσης, ο βαθύς (χαμηλός) ήχος ενός εγχόρδου οργάνου (βαρύχορδος φθόγγος = βαθύς ήχος, βαθιά (χαμηλή) νότα).

Βάσις: (από το ρ. βαίνω, βαδίζω)· ένα ρυθμικό "βήμα", το πρώτο ρυθμικό βήμα, ο πρώτος (ο κάτω) χρόνος. Ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν στους αρχαίους χρόνους και αντικαταστάθηκε αργότερα από τον όρο θέσις και από τον αριστοξένειο όρο ο πρώτος χρόνος ή το κάτω. Βλ. λ. άρσις-θέσις.

Βάταλον: (το)· κρούπεζα, κρουπέζιον. Κρόταλο από ξύλο ή μέταλλο· ξύλινο παπούτσι που το χτυπούσε ο αυλητής με το πόδι του για να σημειώνει το ρυθμό (LSJ, Συμπλήρ.). Πρβ. Φώτ. Λεξ. στο λ. "κρούπεζαι".

Βατήρ: 1. χορδοτόνος ή χορδοτόνιον· πλάκα πάνω στην οποία δένονταν οι χορδές. Επίσης, είδος κλειδιού κουρδίσματος (βλ. λ. λύρα). Ο Νικόμαχος στο Εγχειρίδιό του (6, C.v.J. 248, Mb 13) αναφέρεται σ' αυτό: "μετέθηκεν ευμηχάνως την μεν των χορδών κοινήν απόδεσιν εκ του διαγωνίου πασσάλου εις τον του οργάνου βατήρα, ον χορδοτόνον ωνόμαζον" ([ο Πυθαγόρας] επιδέξια μετέφερε το κοινό δέσιμο των χορδών από τον διαγώνιο πάσσαλο στο βατήρα του οργάνου, που τον ονόμαζαν χορδοτόνον). 2. μέρος του αυλού, πιθανόν το χαμηλότερο τμήμα του. Πρβ. Νικόμ. 10, C.v.J. 255, Mb 19

Βατραχίσκοι: Ησ.: "μέρος τι της κιθάρας" (ένα μέρος της κιθάρας), χωρίς να καθορίζεται ποιο.

Βαυκάλημα: νανούρισμα. Από το ρ. βαυκαλώ (και βαυκαλίζω) = αποκοιμίζω ένα παιδί τραγουδώντας. Η Σούδα λέει: "τιθηνείσθαι μετ' ωδής τα παιδία" (αποκοιμίζω τα παιδιά με τραγούδι)· επίσης, Μοίριδος Αττ. Λεξ. σ. 102. βαυκάλησις = νανούρισμα· το αποκοίμισμα ενός παιδιού με τραγούδι. Βλ. και λ. καταβαυκάλησις.

Βαυκισμός: είδος ιωνικού χορού εύθυμου ή βακχικού χαρακτήρα· το όνομά του πήρε από το χορευτή Βαύκο. Πολυδ. (IV, 100): "και βαυκισμός, Βαύκου όρχη στού κώμος επώνυμος, αβρά τις όρχησις και το σώμα εξυγραίνουσα" (βαυκισμός, βακχικός χορός, ονομαζόμενος έτσι από το χορευτή Βαύκο· ένας μαλακός χορός που κάνει το σώμα μαλθακό). Σύμφωνα με τον Ησύχιο, έτσι ονομαζόταν και ένα είδος λυρικού τραγουδιού (ωδής), που προσαρμόστηκε στο χορό· "Ιωνική όρχησις και είδος ωδής προς όρχησιν πεποιημένον".

Βηχία: (η) και βηχίας (ο)· βραχνάδα, βραχνός ήχος· αντιμουσική, δυσάρεστη φωνή ή ήχος. Νικόμαχος Excerpta (C.v.J. 274, Mb 35): "βυκανισμούς και βηχίας"· βλ. ολόκληρο το κείμενο στο λ. βυκάνημα.

Βίβασις: είδος λακωνικού χορού που χορευόταν ιδιαίτερα στη Σπάρτη. Ήταν επίσης ένα είδος χορευτικού διαγωνισμού, στον οποίο επιτρεπόταν να παίρνουν μέρος αγόρια και κορίτσια. Σύμφωνα με τον Πολυδ. (IV, 102), οι συναγωνιστές έπρεπε να πηδούν ψηλά (άλλοτε εναλλάξ με κάθε πόδι, άλλοτε και με τα δυο πόδια) και να αγγίζουν τα οπίσθια τους με τα πόδια τους. Ο αριθμός των πηδημάτων έκρινε το νικητή που έπαιρνε το βραβείο. Ο Πολυδεύκης αναφέρει ένα επίγραμμα για μια νικήτρια που πέτυχε να κάνει χίλια πηδήματα.

Βιολί: το βιολί σπάνια πια το συναντάμε με τισ ονομασίες διολί, βιολάριν , βιολούδιν και βκιολίν. Με τη λέξη" βιολιά" πολλές φορές εννοούμε γενικά τα μουσικά όργανα (π.χ. "ήρθαν τα βιολιά").Το βιολί ως λαϊκό μουσικό όργανο, παρουσιάζεται στην Ελλάδα ήδη από το 17ο αι. Το βιολί σήμερα φτιάχνεται στην Ελλάδα με τα πρότυπα της Δύσης. Κουρδίζεται κατά 5ες (σολ-ρε-λα-μι)," αλά φράνκα", παίζεται κρατημένο στον ώμο και στηριγμένο με τον καρπό του αριστερού χεριού. Παλιότερα, ως λαϊκό όργανο, είχε και συμπαθητικές χορδές, κουρντιζόταν "αλα τούρκα" ή σε χαμηλό "ντουζενί" (σολ-ρε-λα-ρε) και παιζόταν από πολλούς κρατημένο πάνω στον αριστερό μηρό όπως η λύρα. Το βιολί ως μελωδικό όργανο το συναντάμε στην "κομπανία" (βιολί-κλαρίνο-λαούτο-σαντούρι) και την νησιώτικη " ζυγιά" (βιολί-λαούτο).





Βλίτυρι: (το) (LSJ)· ήχος της κιθάρας. Ησ.: "το δε βλίτυρι χορδής μίμημα"· μίμηση του ήχου μιας χορδής χωρίς κάποιο νόημα· ένας ήχος χωρίς σημασία. Τραγούδημα χωρίς λόγια, όπως λ.χ. τρα-λα-λα κτλ. (πρβ. Δημ.). Η λ. βλίτυρον σημαίνει επίσης "μίμηση ήχου χορδής"· Ε.Μ. 201, 43: "εστί φυτόν ή φάρ μακον ή χορδής μίμημα".

Βοιώτιος νόμος: χαρακτηρισμός για τον κιθαρωδικό νόμο, που κατά τον Πλούταρχο ("περί Μουσικής") πρώτος ο Τέρπανδρος ονόμασε (όπως και τον "αιόλιο", τον "τροχαίο" και τον "οξύ"). Επρόκειτο για είδος κιθαρωδικής μελωδίας.

Βόμβος: βοή, βουητό· υπόκωφος, συνεχής ήχος, λ.χ. του ανέμου. Επίσης, του αυλού.

Βομβυκίας :βλ. κάλαμος

Βόμβυξ: (α) ο σωλήνας, το κύριο σώμα του αυλού. (β) στον πληθ. βόμβυκες ονομάζονταν τα "κλειδιά", ή "δαχτυλίδια", που αντιστοιχούσαν στις τρύπες του αυλού και χρησίμευαν στο να τις ανοιγοκλείνουν (Κ. Sachs Hist. 139). Κατά τον γραμματικό Αρκάδιο (4ος αι. μ.Χ., έκδ. Ε. Η. Barker, Λιψία 1820, σ. 186) τα δαχτυλίδια αυτά τα στρίβουν προς τα πάνω και προς τα κάτω, και προς τα μέσα και προς τα έξω ("άνω και κάτω, και ένδον τε και έξω στρέφοντες") (βλ. Δ. Μαζαράκη, "Ο αυλός της συλλογής Καραπάνου...", Λαογραφία 28, 1972, σσ. 257-258). Ο Πολυδεύκης (IV, 70) συμπεριλαμβάνει τους βόμβυκες στα μέρη του αυλού· "Των δε άλλων αυλών τα μέρη, γλώττα, τρυπήματα και βόμβυκες". (γ) βόμβυξ λεγόταν και ο ίδιος ο αυλός, ιδιαίτερα ο βαρύτονος αυλός· Πολυδ. (IV, 82): "το δε των βομβύκων ένθεον και μανικόν το αύλημα" (και το αύλημα (σόλο) των βαρύτονων αυλών [ήταν] ενθουσιαστικό (εμψυχωτικό) και παθητικό). (δ) η βαθύτερη (χαμηλότερη) νότα που παράγει ο αυλός με όλες τις τρύπες κλειστές, δηλ. με ολόκληρο το μήκος της αέρινης στήλης. Αριστοτ. Μεταφ. 1093Β, 2, C.v.J. 35: "και ότι ίσον το διάστημα εν τε τοις γράμμασιν από του Α προς το Ω και από του βόμβυκος επί την οξυτάτην νεάτην εν αυλοίς" (και ότι το διάστημα στα γράμματα από το Α ως το Ω είναι ίσο [εξισώνεται] με το διάστημα από το βόμβυκα [δηλ. τη βαθύτερη νότα] ως την ψηλότερη νήτη στους αυλούς). Πρβ. Νικόμ. Εγχ. 5, C.v.J. 245, Mb 10: "βομβυκέστερος" (τόνος), δηλ. χαμηλότερος (τόνος), στο συγκριτικό βαθμό.

Βουκολιασμός: και βουκολισμός· εκτέλεση με τραγούδι ή με όργανο ποιμενικών μελωδιών· κατ' επέκταση: (α) βουκολικό (ποιμενικό) τραγούδι. Αθήναιος (ΙΔ', 619Α, 10): "ήν δε και τοις ηγουμένοις των βοσκημάτων ο βουκολιασμός καλούμενος. Δίομος δε ήν ο βουκόλος Σικελιώτης ο πρώτος ευρών το είδος" (και υπήρχε επίσης ένα τραγούδι των ποιμένων, που λεγόταν βουκολιασμός· ο Δίομος, ένας ποιμένας από τη Σικελία, ήταν ο επινοητής αυτού του είδους τραγουδιού). (β) αύληση (σόλο αυλού) βουκολικού χαρακτήρα· ποιμενική μελωδία παιγμένη στον αυλό. Ο βουκολιασμός είναι μια από τις αυλήσεις που περιλαμβάνονται στον κατάλογο ειδών αύλησης του Αλεξανδρινού λεξικογράφου Τρύφωνα (Αθήν. ΙΔ', 618C,9). Βλ. λ. αύλησις.

Βραχύς: σύντομος, λιγόχρονος. Στην προσωδία: βραχεία συλλαβή, που εκφράζεται με το σημείο U.

Βρόμος: δυνατός ήχος, κραυγή· "βρόμος αυλών" = δυνατός ήχος αυλών. Το ρ. βρέμω σήμαινε παράγω δυνατό ήχο ή θόρυβο· στη μουσική, ηχώ δυνατά, εκπέμπω δυνατό ήχο. Μερικά παράγωγα που συναντούμε: (α) βρόμιος· αυτός που προκαλεί δυνατό θόρυβο, που ηχεί δυνατά, ηχηρός, θορυβώδης. Πίνδ. 9ος Νεμεόνικος, 18α: "βρομίαν φόρμιγγα" (ηχηρή φόρμιγγα). Βρόμιος ήταν επίσης επίθετο του Βάκχου. (β) άβρομος· άηχος, αθόρυβος, άφωνος· αλλά και με την αντίθετη ακριβώς σημασία: με πολύ θόρυβο, θορυβώδης, ηχηρός. Ομ. Ιλ. Ν, 39-41: "Τρώες δε φλογί ίσοι...Έκτορι... έποντο... άβρομοι, αυΐαχοι" (Αλλά οι Τρώες σα φλόγα... ακολουθούσαν τον Έχτορα... με δυνατές φωνές και κραυγές). (γ) αλίβρομος· ηχηρός, δημιουργώντας θόρυβο όπως η θάλασσα· Νόνν. Διον. (43, 385): "αλίβρομος σύριγξ" (ηχηρή σύριγγα). LSJ: "μουρμουρίζοντας όπως η θάλασσα". (δ) μελίβρομος· με γλυκό, ευχάριστο ήχο.

Βρυαλλίχα: και βρυλλίχα ή βρυδαλίχα (η)· είδος λακωνικού χορού προς τιμήν του Απόλλωνα και της Άρτεμης. Τον εκτελούσαν γυναίκες που φορούσαν ανδρική φορεσιά, ή άνδρες που φορούσαν γυναικεία φορέματα, και χόρευαν με λάγνες (ασελγείς) κινήσεις του ισχίου. Η λέξη βρυλλίχα ή βρυδαλίχα σήμαινε, κατά τον Ησύχιο, ένα πρόσωπο που φορούσε γυναικεία φορέματα. Επίσης, η λέξη βρυλλιχίδει, (Ησ.), ένα άτομο που φορούσε γυναικείο προσωπείο και φορέματα ("πρόσωπον [προσωπείο] γυναικείον περιτίθεται και γυναικεία ιμάτια ενδέδυται"). βρυαλιγμός· Ησ.: "ψόφος, ήχος" (θόρυβος, ήχος). βρυαλ[λ]ίκτης· Ησ.: "πολεμικός χορευτής (ορχηστής)".

Βρυέννιος Μανουήλ: διακεκριμένος Βυζαντινός λόγιος του 14ου αι. και κορυφαίος θεωρητικός της βυζ. μουσικής. Διασώθηκε σπουδαιότατο σύγγραμμά του "περί Μουσικής", όπου ασχολείται με τους 8 βυζ. Ήχους και τα τετράχορδα των αρχαίων Ελλήνων, αποδεικνύοντας πλήρως τη σχέση αρχαίας ελληνικής και βυζ. μουσικής. Το σύγγραμμά του ασφαλώς βασίζεται στους προηγηθέντες μεγάλους Αλεξανδρινούς θεωρητικούς και ιδίως στους: Ευκλείδη, Αριστείδη Κοϊντιλιανό και Πτολεμαίο. Διακρίνει τα 3 γένη, όπως και τη δίεση, το τριτημόριον και το τεταρτημόριον του τόνου. Επίσης διακρίνει τους Ήχους σε "κύριους" και "πλάγιους", προσφέροντας σαφή και ακλόνητη θεωρητική εικόνα της βυζ. μουσικής, παρά τις διάφορες ενστάσεις ότι "εξ αγνοίας" παραλείπει τα "περί χειρονομίας" και "χαρακτήρων", καίτοι στην εποχή του ήταν γνωστή η χρήσις τους κάτι που σε άλλους παρέχει άλλωστε το δικαίωμα να ισχυριστούν ότι το σπουδαιότατο σύγγραμμά του δεν διασώθηκε πλήρες...

Βυκάνη: αρχικά σήμαινε το κέρατο που χρησιμοποιούσαν οι βοσκοί. Καμπυλωτή ή ελικοειδής σάλπιγγα, καμωμένη από κέρατο ή χαλκό· χρησιμοποιούνταν στο στρατό, καθώς και σαν κυνηγετικό κόρνο. Η Σούδα λέει απλά: "όργανον μουσικόν". Ο Πολύβιος (Ιστορ. ΙΕ', 12, 2) αναφέρει τη βυκάνη στο ακόλουθο απόσπασμα: "άμα δε τω πανταχόθεν τας σάλπιγγας και τας βυκάνας διαβοήσαι τινά μεν διαταραχθέντα των θηρίων ώρμησε..."· (μόλις από όλες τις πλευρές ήχησαν βροντερά οι σάλπιγγες και οι βυκάνες, μερικά από τα θηρία αναταράχτηκαν και όρμησαν). Ο εκτελεστής της βυκάνης ονομαζόταν βυκανητής ή βυκανιστής· Πολύβ. Ιστορ. Β', 29, 6: "αναρίθμητον μεν γαρ ήν το των βυκανητών και σαλπιγκτών πλήθος [Κελτών]" (αναρίθμητο ήταν το πλήθος των βυκανητών και των σαλπιγκτών [Κελτών]).





Βυκάνημα: ο ήχος της βυκάνης· γενικά, το σάλπισμα. Επίσης λεγόταν βυκανισμός, που σήμαινε ακόμα μια βαθιά, ισχυρή νότα. Στα Excerpta ex Nicom. 4, C.v.J. 274, Mb 35, διαβάζουμε: "βυκανισμούς και βηχίας, φθέγματα άσημα και άναρθρα και εκμελή" (βυκανισμοί και βραχνάδες, ασήμαντοι ήχοι, άναρθροι και αντιμελωδικοί [κακόηχοι]). ρ. βυκανάω, παίζω τη βυκάνη, τη σάλπιγγα, σαλπίζω.

Βώριμος: 1. βώριμος και βώρμος· δημοτικό τραγούδι, πένθιμου χαρακτήρα, που το τραγουδούσαν οι Μαριανδυνοί γεωργοί με συνοδεία αυλού. Ήταν ένα είδος μοιρολογιού, όπως ο αιγυπτιακός μανερώς, και τραγουδιόταν στη μνήμη του Βώριμου, γιου του βασιλέα Ούπιου και αδελφού του Μαριανδυνού και του Ιόλλου, που πέθανε νέος καθώς κυνηγούσε το καλοκαίρι. Ο Πολυδεύκης που περιγράφει αυτή την ιστορία (IV, 54), προσθέτει: "τιμάται δε [Βώριμος] θρηνώδει περί την γεωργίαν άσματι" (και τιμάται [ο Βώριμος] με ένα θρηνητικό γεωργικό τραγούδι). Την ιστορία αυτή τη διηγείται με κάποιες παραλλαγές και ο Νύμφις. Βλ. Αθήν. ΙΔ', 619E-F, 11, και τα λ. λίνος και μανερώς. 2. βώριμος ήταν και το όνομα ενός είδους αυλού· "Μαριανδυνός κάλαμος".




 



 
©2010